δουλεύω

δουλεύω быть рабом, рабствовать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "δουλεύω" в других словарях:

  • δουλεύω — to be a slave pres subj act 1st sg δουλεύω to be a slave pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δουλεύω — δουλεύω, δούλεψα βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • δουλεύω — (AM δουλεύω) [δούλος] 1. είμαι δούλος, υπηρέτης 2. είμαι υπόδουλος, υποταγμένος 3. εργάζομαι σωματικά ή πνευματικά για να κερδίσω τα αναγκαία για τη ζωή 4. προσφέρω υπηρεσία, υπηρετώ («την πατρίδα σου να δουλέψης», Ψυχάρης) μσν. νεοελλ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • δουλεύω — [дулэво] р. работать, трудиться …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δουλεύω — δούλεψα, δουλεύτηκα, δουλεμένος 1. εργάζομαι: Δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο. 2. λειτουργώ: Το ψυγείο δε δουλεύει. 3. προσφέρω τις υπηρεσίες μου: Στην Κατοχή δούλευε για τους Γερμανούς. 4. κατεργάζομαι, επεξεργάζομαι κάτι: Δουλεύει το μάρμαρο και… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μεροδουλεύω — δουλεύω ως ημερομίσθιος εργάτης, δουλεύω με μεροκάματο. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέρα + δουλεύω] …   Dictionary of Greek

  • δουλεύετε — δουλεύω to be a slave pres imperat act 2nd pl δουλεύω to be a slave pres ind act 2nd pl δουλεύω to be a slave imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δουλεύσουσι — δουλεύω to be a slave aor subj act 3rd pl (epic) δουλεύω to be a slave fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) δουλεύω to be a slave fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δουλεύσουσιν — δουλεύω to be a slave aor subj act 3rd pl (epic) δουλεύω to be a slave fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) δουλεύω to be a slave fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δουλεύσω — δουλεύω to be a slave aor subj act 1st sg δουλεύω to be a slave fut ind act 1st sg δουλεύω to be a slave aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δουλεύῃ — δουλεύω to be a slave pres subj mp 2nd sg δουλεύω to be a slave pres ind mp 2nd sg δουλεύω to be a slave pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.